Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Ο Πειραιάς μου...

Είμαι Πειραιώτης ο μισός. Για την ακρίβεια η μάνα μου είναι Πειραιώτισσα, γεννήθηκε στη Φρεαττύδα και μεγάλωσε στα Ταμπούρια. Έπειτα γνώρισε τον πατέρα μου, παντρεύτηκαν και πήγαν και μείνανε στην Πετρούπολη, ουχί την Αγίαν, μα των ενδόξων δυτικών προαστίων τοιάυτην. Αλλά και από την πλευρά του πατέρα μου με τον Πειραιά είχαμε νταραβέρια. Βλέπεις, με το που έφτανε το βαπόρι απ’ τη Νεάπολη στον Άγιο Διονύση, οι Βατικιώτες ο ένας μετά τον άλλο, πέριξ του λιμανιού εγκαταστάθηκαν, να ’ναι μαζί, να κάμουν κουράγιο.
Έτσι τις Κυριακές ή πολλές απ’ αυτές, κατεβαίναμε οικογενειακώς ή με τη μάνα μου στον Πειραιά να δούμε το θείο ή τη θεία. Παίρναμε τον ηλεκτρικό κι έπειτα το ‘‘πράσινο’’ για το Κερατσίνι. Στη διαδρομή η μάνα μου δεν έβαζε γλώσσα μέσα της. Απ’ τη χαρά της που βρισκόταν στα πάτρια εδάφη κι απ’ τη διάθεσή της να μου περιγράψει όσο το δυνατόν πληρέστερα πού και πώς μεγάλωσε, άρχιζε τις ιστορίες. Έτσι δεν υπήρχε γωνιά, δέντρο, πλατεία, σπίτι και σπιτάκι που να ’ταν μονάχα μια γωνιά, ένα δέντρο, μια πλατεία, ένα σπίτι κι ένα σπιτάκι.
Πίσω από το καθένα υπήρχε ένα προσωπικό βίωμα, μικρό ή μεγάλο, γλυκό ή πικρό, τυχαίο ή σημαντικό, καθοριστικό ή μη. Κι αυτό το βίωμα της μάνας μου εντάσσονταν σ’ ένα ευρύτερο, της γενιάς της ας πούμε, κι αυτό σ’ ένα ευρύτερο και σ’ ένα άλλο, για φτάσουν τελικά όλες αυτές οι μικρές ιστορίες να συναποτελούν τη μεγάλη ιστορία του Πειραιά! Θέλω να πω, να τώρα που μεγαλώνω, αρχίζω σιγά-σιγά να διακρίνω έναν-έναν όλους γύρω απ’ το γαϊτανάκι. Απ’ το Θεμιστοκλή πού ’φτιαξε τα τείχη που βλέπεις ακόμη και τώρα στα βράχια της Πειραϊκής, στα οποία παρεμπιπτόντως κοιμάται κι ο Στέλιος ο μπεκρής, Σμυρνιός πιθανόν τη καταγωγή, απ’ αυτούς που έφτασαν στον Πειραιά το ’22 ανέστιος και πονεμένος.
Λίγο πιο κει η Σαλαμίνα της καθοριστικής ναυμαχίας και κει που κάνει κούνια η ανιψιά μου η Μαρία τώρα, ο Ξέρξης ο ίδιος παρακολουθούσε την έκβασή της. Εκεί κι ο Ναύσταθμος με τους ναύτες του Πειραιώτη Τσαρούχη να αποπλέουν με τον «Αβέρωφ», τον «Πάνθηρα», την «Έλλη» και τον «Τρίτωνα»… Ανάμεσά τους και Βατικιώτες αναπόφευκτα. Βλέπω ακόμη τις αναμνηστικές τους φωτογραφίες στα σπίτια του χωριού μου. Χαμογελούνε αμήχανα οι κακόμοιροι, με τα λεπτά τους μουστακάκια κι αφιερώνουνε τη φωτογραφία “εις την σεβαστή τους μητέρα”…
Παρόμοιες αμήχανες φωτογραφίες εστάλησαν κι απ’ την Αυστραλία και την Αμερική στο χωριό. Και πάλι ο Πειραιάς στη μέση. Από κει σαλπάρισαν, απ’ τον Άγιο Νικόλαο μες τα κλάματα και με θολές ελπίδες με το «Πατρίς» και το «Βασίλισσα Φρειδερίκη». Σκέψου αύριο που θα περάσεις από κει, τι ιστορίες γράφτηκαν στα λίγα αυτά τετραγωνικά. «…Με τι καρδιά, με τη πνοή, τι πόθους και τι πάθος…» Αν μπορούσανε να μιλήσουνε τη γλώσσα μας αυτά τα χώματα… Γιατί μιλάνε, ναι μιλάνε! Όλη αυτή η δύναμη των ψυχών κυκλώνει κάθε γωνιά, ακουμπά κάθε πετρούλα, μαθαίνει το τραγούδι της στους αδιάφορους περαστικούς…
Παραπέρα το Κερατσίνι, στην πλατεία Λαού και στον Άη-Γιώργη, στα Ταμπούρια του γιου της μοναχής, του Καραϊσκάκη. Για φαντάσου τι γαϊτανάκι, απ’ τη μια
μεριά να το κρατάει ο μέγιστος Καραϊσκάκης κι απ’ τη άλλη ο γιος του αδελφού μου που στα ίδια χώματα ματώνει τα γονατάκια του στο κυνηγητό… Δεν έχουν τέλος οι ιστορίες και τα πρόσωπα, που διάλεξαν ή διαλέχτηκαν να διαδραματιστούν, να υπάρξουν στις γειτονιές του Πειραιά…
Είναι ο τόπος τέτοιος. Κάτι ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα, σε ουρανό και γη ο Πειραιάς, δεν είναι ο προορισμός, δεν είναι η Ιθάκη, είναι το μεταίχμιο, είναι στο παραπέντε του ταξιδιού. «…Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία κι εγώ σκυφτός σε ένα γραφείο, με χάρτες ναυτικούς θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία…» Ε, αυτό που λέει ο Καββαδίας, περιγράφει τέλεια την αίσθηση που σου δημιουργούν τα λιμάνια και αυτό το λιμάνι ειδικά. Η ελπίδα, η προσμονή για το μικρό ή μεγάλο ταξίδι, το κάνεις δε το κάνεις, σημασία έχει που το ονειρεύεσαι και πορεύεσαι έτσι εν τη παραμυθία του…
Ο Πειραιάς δεν είναι με τίποτα Αθήνα. Είναι περισσότερο Θεσσαλονίκη. Είναι νησιά και τα δυο, ασχέτως που είναι κολλημένα στο σώμα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Είναι νησιά με ιδιόμορφους κατοίκους, γαύρους και παοκτσήδες με Πασαλιμάνια και με Λευκούς Πύργους.
Και εννοείται πως Πειραιάς είναι κυρίως η Νίκαια, η Δραπετσώνα και το Κερατσίνι και το λαϊκό του κέντρο με το λιμάνι του. Γειτονιές που, ναι το 2009, θα βρεις κόσμο να κάνει γειτονικό τα βράδια με τις καρεκλίτσες του στο δρόμο. Ο Αη-Λαός με τα καλά του και τα κακά του, με την ιδιοπροσωπία, τη μοναδικότητά του.
Δεν παραλείπω τους ναυτικούς του. Δεν μπορώ άλλωστε. Ακόμη και το πατρικό μου, προικώο της μάνας μου, αποκτήθηκε με τον ιδρώτα του θείου μου, πρώτου μηχανικού τω επάγγελμα, συνταξιούχου πια. Κύμα το κύμα το σπιτάκι, με πόνο και χρόνο μοιρασμένο στα πέρατα του κόσμου και πάντως μακριά από τη γυναίκα και τα παιδιά… Περιττό να μιλήσω για τους Βατικιώτες καμαρότους, μαγείρους, εφοπλιστές, εκτελωνιστές, καπεταναίους, εμπόρους, που εν Πειραιεί πέτυχαν ή απέτυχαν, που πιάσανε κι αυτοί μια ακρούλα από το γαϊτανάκι…
Η σπουδαία αυτή γωνιά της Μεσογείου είναι μια ζώσα πόλη και αναπόφευκτα έχει και τις ασχήμιες της και τα στραβά της. Μια περιρρέουσα τζάμπα μαγκιά, τη γνωστή νεοελληνική ξενομανία που τα κάνει όλα ίδια και προς τα κάτω, ένα αισθητικό αλαλούμ με μισογκρεμισμένα νεοκλασικά και αρχιτεκτονικά τερατουργήματα μαζί.
Στον αντίποδα ο Πειραιάς της ψυχής μου. Όμορφος τα ξημερώματα, που φτάνουν τα ποστάλια και το πρωί όμορφος με το λαμπρό του φως στη βαβούρα της αγοράς. Εδώδιμα αποικιακά, μια αχλή πολύ συγκεκριμένη και γνώριμη στους έχοντες μάτια να δουν κι αυτιά ν’ ακούσουν… Να αναφέρω μόνο κάποιες γειτονιές, κάποια πρόσωπα, κάποιες στιγμές δίχως άλλα σχόλια. Να νιώσουμε μαζί την ένταση που κουβαλάνε μόνο και μόνο τα ονόματά τους… Ο Ηλεκτρικός, η Δραπετσώνα, το «Κανάρης», τα Λιπάσματα, το Κερατσίνι, το Θεμιστόκλειο, το Πασαλιμάνι, το παλιό ρολόι, ο Άγιος-Διονύσης, ο βομβαρδισμός του λιμανιού, η Κοκκινιά, το Τζάνειο, οι εκτελέσεις, η Φίλωνος, το Βεάκειο, η Τρούμπα, ο προφήτης Ηλίας, το τραμ και τα πεύκα στο Πέραμα, τα Βοτσαλάκια, ο Ολυμπιακός και το «Καραϊσκάκη», τα Λεμονάδικα, το καφενείο του Σκόντρα, ο Παπαδιαμάντης, η σχολή του Προμηθέα, τα συνεργεία, ο Οίκος του Ναύτου, το Δημοτικό Θέατρο...

Η φωτογραφία είναι του th_agorastos αναρτημένη στο Panoramio

4 σχόλια:

  1. Με γύρισες πολύ πίσω!Με συγκίνησες πραγματικά!
    Ο πειραιάς είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου.Τώρα πατρίδα μου είναι η Χαλκίδα. Αργότερα ποιος ξέρει;Είναι όλα τόσο ρευστά στη ζωή!
    Θα θυμάμαι πάντα τον Πειραιά στα ωραία χρόνια της δεκαετίας του '80.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και συ μια από τις ιστορίες της ιστορίας του Πειραιά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "Η σπουδαία αυτή γωνιά της Μεσογείου είναι μια ζώσα πόλη και αναπόφευκτα έχει και τις ασχήμιες της και τα στραβά της. Μια περιρρέουσα τζάμπα μαγκιά, τη γνωστή νεοελληνική ξενομανία που τα κάνει όλα ίδια και προς τα κάτω, ένα αισθητικό αλαλούμ με μισογκρεμισμένα νεοκλασικά και αρχιτεκτονικά τερατουργήματα μαζί."
    Ακόμα κι έτσι, αν ρωτήσεις την μάνα σου θα σου πει πως τον λατρεύει τον Πειραιά!
    Μερικές φορές ίσως χρειάζεται να κλείνουμε τα μάτια στην οδυνηρή εξέλιξη που λαμβάνει χώρα στο παρόν και να κοιτάμε γύρω μας με τα μάτια της καρδιάς. Οι ιστορίες και οι ομορφιές που μας συγκίνησαν θα είναι πάντα εκεί... σωτήριες για τις ψυχές μας

    ΑπάντησηΔιαγραφή